Τα πράγματα δεν είναι ΠΟΤΕ έτσι όπως φαίνονται.
Κάποτε ένας αστρονόμος είπε: «Ερεύνησα από την μια άκρη στην άλλη το σύμπαν με το τηλεσκόπιό μου. Πουθενά δεν βρήκα τον Θεό». Και κάποιος βιολιστής του απάντησε: «Και εγώ πήρα το βιολί μου και εξέτασα κάθε κομμάτι του και κάθε χορδή του. Πουθενά δεν βρήκα μουσική». Μη διαβάσετε τις επόμενες σελίδες με τον τρόπο που θα τις διάβαζε ο αστρονόμος.

13 Μαρτίου 2016

Το στριφνό βιβλίο (Ο ΠΑΤΕΡΑΣ)

Έχει περάσει πολύς καιρός.
Τα συμβάντα έχουν πια μία χροιά μυθολογική.
Ήταν τότε που ο Αδάμ έκανε το σφάλμα και είπε: «Εγώ» και δάγκωσε τον δηλητηριασμένο καρπό.
Και έπεσε από τον Παράδεισο.
Κανείς δεν τον έβγαλε, βγήκε μόνος του γιατί αισθάνθηκε αυτάρκης, αισθάνθηκε «Εγώ».
Και παράτησε τον Πατέρα.
Και ο Πατέρας απομακρύνθηκε από αυτόν.
Και αυτός έμεινε μόνος του και αισθάνθηκε έρημος.
Και από τότε έτσι γίνεται σε όλο τον κόσμο με όλους τους γιους και όλους τους πατεράδες.
Και συνέβη το ίδιο και με τον δικό μου.
Και κάποτε τον είδα ξαπλωμένο με τα μάτια κλειστά.
Βαριανάσαινε.
«Ήρθα» του είπα «και τώρα εσύ μπορείς να φύγεις».
Και εκείνος πέθανε ευχαριστημένος.
Το κατάλαβα από ένα σιωπηλό δάκρυ του.
Και έτσι πια κανείς δεν είναι γύρω.
Κανείς πια δεν κάθεται ασυγκίνητος (δήθεν).
Σαν να μην ενδιαφέρεται (δήθεν).
Κανείς δεν διαβάζει πια την εφημερίδα του ανέμελος (δήθεν).
Και κανείς πια, σαν να μην σε καταλαβαίνει, δεν λέει αυστηρά κάπου κάπου: «Κάνε εκείνο που μπορείς».
Λείπει πλέον ο πιο καλός και δυνατός στον κόσμο.
Αφήνοντας ένα κενό.
Και ξαφνικά σε χρόνο ανύποπτο σιδερένια νύχια γεμίζουν αυτό το κενό αρπάζοντάς σε.
Ισχυρός πόνος.
Και καταλαβαίνεις.
Και νοιώθεις το λάθος.
Και υποφέρεις από το σφάλμα.
Και η συνειδητοποίηση σε πονάει περισσότερο κι από μαχαιριά.
Δεν ήσουν ένας καλός γιος και γι’ αυτό δεν είσαι ένας καλός πατέρας.
Και έτσι τώρα παίζεις και εσύ το πανάρχαιο παιχνίδι.
Ελπίζοντας πως ίσως τα σιδερένια νύχια θα πιάσουν τον γιο σου.
Όπως κάποτε εσένα.
Όλα τούτα μοιάζουν θλιβερά στον πολύ κόσμο.
Που αρνείται τον Πόνο.
Αλλά μόνο όταν είσαι ένα με αυτόν παύεις να πονάς.
Και μια περίεργη ηρεμία πλημμυρίζει την ύπαρξή σου.
Απούσα όταν λες «Εγώ».
Παρούσα όταν Υπάρχεις.
Και ας φαίνεται σαν ανοησία σε όσους δεν σκέφτονται.
Γιατί τώρα ξέρεις τουλάχιστον.
Και αυτό είναι κάτι τουλάχιστον.
Και κάθεσαι αδιάφορος (δήθεν).
Σαν να μην σε νοιάζει (δήθεν).
Και, σαν να μην καταλαβαίνεις, λες αυστηρά κάπου κάπου:
«Κάνε εκείνο που μπορείς».
Ελπίζοντας πως βαθιά στο χρόνο ο γιος σου θα καταλάβει την υποχρέωση που δεν μπορεί να διαταχθεί:
«Κάνε εκείνο που δεν μπορείς».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου